Μικρό παιδί δακρυκλαίει σε μια παγωμένη γωνία του τοίχου, ακούει ψιθύρους μακρινούς να του λεν πόσο όμορφη είναι όταν χορεύει σε ένα άσμα θηλυκής χροιάς, ύστερα, σε έναν βουβό απόηχο, ακούει να του λένε πόσο γοητευτικός άρρεν είναι, πόσο ηγεμονικά θα έπρεπε να ορθώνεται από την σκληραγώγηση της ζωής και πως με τα χέρια στιβαρά και βαριά πρέπει να κρατά τη συνοδό του σε έναν σεβιγιάνας, τον ισπανικό χορό χαμένων, άγνωστων βημάτων, που σέρνουν έναν γιο ή μια κόρη στη κόλαση και στην αέναη εξερεύνηση του: «Τι είμαι;».

“Βροντάει” ο κόσμος και η αρένα, σπαραγμός και παροξυσμός ακατάλυτου, ακατάπαυστου γέλιου, πιάνονται τα μούσκουλα, οι μυς των κοιλιών.

Οι άνθρωποι αναφύονται στην άκρυπτη ευφημία της παντομίμας του μικρού, του πολύχρωμου, πολύμορφου σπόρου, που τόσο δα αδύναμος και υποχείριος, από τον φόβο, που είναι, φέρνει την εξιστόρηση της ζωής του σε ένα κόκκινο «τεφτέρι» που μοιάζει σαν ένα παράπονο, ναι, ναι, ένα παράπονο ανέκφραστης, δραπετεύουσας αγάπης, θαλπωρής, από μια μήτρα που τον ξέβρασε στη ζωή δίχως τον υπέρηχο που θα έκανε, σαφώς, τη ζωή του πολύ πιο καθάρια μπρος στα σύννεφα που έσερνε η μητέρα στο ορατό, αόρατο πεδίο του.

Ακουμπά μαλακά το κεφαλάκι του στο στήθος της μητέρας του, εκείνη μεσόκοπη, στην ανία και τη πλήξη σκεπασμένη του δόκε μία και το άφησε μόνο του, μόνο στην άγνοια κουλουριασμένο. Μα… εκείνος το μόνο που ήθελε ήταν να την κάνει ευτυχισμένη, άμα η μαμά του ήθελε κοριτσάκι θα χαιρόταν και θα περιφανευόταν με αναστημένο το στέρνο του όταν θα  άκουγε: «Γκυγιώμ, αγόρια, το φαγητό είναι έτοιμο». Όταν ούλοι οι άνθρωποι, τα αδέλφια του, η γιαγιά του, η μαμά του, ούδε ο πατέρας του, θαρρούσαν πως ο μικρότερος ήταν κοριτσάκι με όψη και κόψιμο αγοριού, γιατί να μην είναι ευτυχισμένος πορευόμενος σε αυτόν τον δρόμο; Είμαστε άραγε αυτό που οι «άλλοι» χρωματίζουν και βλέπουν για εμάς; Είμαστε απλά ένα «Θαρρώ» και τίποτα προάγων πιότερο; Τι -και όχι ποιοι- είμαστε;

«Μα… μαμά, δεν είμαι ανώμαλος, είμαι το παιδί σου, είμαι το αγό… το κοριτσάκι σου, δες πόσο μοιάζουμε, άκου, άκου πόσο συνειρμικά ακούγονται οι φωνές μας, μαμά είμαι το παιδί σου, μη κλαίς…»

Γκυγιώμ Γκαλλιέν ήταν το προσφωνητικό άκουσμα του ονόματός του, γαλλικής προελεύσεως, βεβαίως, βεβαίως, ποιος, όμως, να πει αν ήταν  -η- ή  -ο- Γκυγιώμ πέραν του ίδιου; Όλοι! Σε έναν ώριμο χρόνο, ο Γκυγιώμ έγραψε, με την πένα της, πλέον, «γνώσης» της φυλετικής προέλευσής του, της ύπαρξής του, ένα έργο αυτοβιογραφικό, μιμούμενο μια αναδρομή σταθμών της ζωής του, πάνω σε ένα λευκό χαρτί, που έγινε σελίδες που ανεμίζουν στη πικραμένη ή μάλλον παραπονεμένη γραφή του.  Πότε οι λέξεις του να αναφύονται στα αναφιλητά και στη δραματική πτώση, πότε να γίνεται άπλετο το γέλιο και η ευθυμία σε κάτι που είναι άλογο, που είναι πάρ- άλογο και τόσο αλλόκοτο στην «σατιρική»  εξιστόρηση, σε άβολες στιγμές, όπου ο Γκυγιώμ ήταν σαν ψάρι σπαρταριστό που το κλότσησαν τα μεγάλα θαλάσσια θηλαστικά  έξω από το «γλυκό» νερό.

Τα ερεθίσματα που υποδόρια υπεισέρχονται στον παλλόμενο, εκείνης της στιγμής, αίσθημα του ανθρώπου που διαβάζει, ή βλέπει, ή απλά ακούει, ή μόνο νιώθει, είναι φόβος, απώλεια, μοναξιά, λησμονιά, αγάπη σαν κερί που λιώνει και χάνει και σβήνει τη φλόγα μιας μητέρας που απαρνιέται ή αποστερείται  ολίγον ολίγον  το παιδί της, που για να μην της ξεγλιστρήσει από τα σπλάχνα και πέσει και φύγει και αφανιστεί θα αφήσει τους ανθρώπους του ειπούν το ψέμα και να τον χλευάσουν, θα κλείσει τ’ αυτιά της στις φωνές που σφυρηλατούν τη ψυχή του γιού της, θα κάνει πως παράκουσε, ή θα μεταπεισθεί πως αυτό είναι, κι επειδή το παιδί της είναι αγνό, δε ξέρει τι θα ειπεί άρρεν, τι θα ειπεί γυνή.

Θωρείς τον άνθρωπο που μονόπρακτα διασύρει μορφές και φιγούρες σε μια παρωδία που στην εισπνοή και την εκπνοή του σκιαγράφονται και χρωματίζονται πρόσωπα και φωνές άλλων, πέραν των δικών του. Εναλλάσσει σώμα και ψυχή στον απόηχο των ψιθύρων τους, σαν να είναι ένας Γκυγιώμ που μυήθηκε μέσα από ανθρώπους, που παρά το παράδοξο «κακό», γιατί ίσως και να ήταν «καλό» μάθημα, που του έκαναν, τους θυμόταν σαν να τους μυρίζει, να τους ακουμπάει και να τους ακούει όπως τότε, και μάλλον, ίσως, κάπου σθενέσθερα να του λείπουν, και να μη θέλει καμιά λήθη του να αφήσει τα κενά να χασκογελάσουν, αλλά να χορεύουν σεβιγιάνας κι ας τον κοροϊδεύουν, “ούτε κι εκείνοι μάλλον ήξεραν” σκέπτεται.

Ο Περικλής Λιανός υποψιασμένος και ύστερα πεπεισμένος για τη ψυχοσύνθεση του μικρού Γκυγιώμ, στάθηκε στον πυρήνα, και την ύστατη-δαύτη την ώρα, δεν ήταν ως επί το πλείστον το παιδί, ήταν, μεταλλάχτηκε στη μαμά, στον αυστηρό και απόμακρο πατέρα του, σε έναν άραβα σκηνοθέτη, στη γιαγιά του, στον ψυχολόγο και σε πολλές γυναίκες. Η μεγάλη μετάλλαξη και ανατροπή, όμως, του Λιανού, ήταν τη στιγμή της συνειδητοποίησης, που όλη η κωμωδία που προηγήθηκε και παρήλθε με την εισαγωγή, μετεπλάστη σε ένα κυρίαρχο και επικρατέστερο δράμα, που έφερε την αρχή της αυτοδιάθεσης στην εκλογή των ανθρώπων που τον βλέπουν, οι οποίοι θα αποσπάσουν όσοι εικόνα και αίσθηση επιθυμούν από την αισθαντική και υπερδιεγερτική  δοτικότητα αυτού του κόμβου, που ωσάν κύβος έφερε την επίτευξη, την εύλογη, την άρτια και υλοποιημένη ολοκλήρωση. Ενέδωσε ο κόμβος, ο μοναδικός αυτός κόμβος, μια σαρκική διάσταση του βιβλίου του Γκυγιώμ. Η «εξ απαλών ονύχων» ιστορία του λογοτέχνη αυτού, έγινε μια ζωντανή αλληγορία, ή μάλλον, ρεαλιστική αποτύπωση επί αρένως.

Ο Περικλής Λιανός διείσδυσε στην καρδιά αυτού του ρόλου, αυτών των ρόλων, έχοντας τις αισθήσεις του ζωντανές. Κοντοστάθηκε στον συνειρμό και στην ορθή αποτύπωση των κινήσεων, της χαρακτηριστικής και ενδιαφέρουσας γαλλικής προφοράς που έκανε τον λόγο ακόμη πιο αστείο και σαρκαστικό, αλλά και των εκφράσεών του, που πιστά ακολούθησαν την αρχή αυτού του χαρακτήρα, έγινε το κάποτε ολόγραμμα του μικρού συγγραφέα, δεν γνωρίζω αν έτσι είχε συμβεί, πάντως, έτσι μου φάνηκε πως ήταν. Η αλήθεια του ηθοποιού, κι ας γελούν κάποιοι με την όποια αλήθεια, με προϊδέασε ώστε να πιστέψω πως κάπως έτσι μπορεί να το βίωσε ο Γκυγιώμ, μπορεί και όχι. Κωμικός στο τονικό σημείο που άρμοζε, έτερος σαν να ξέφευγε από το σώμα του, αναλόγως το πρόσωπο της εναλλαγής του.

Μεταπηδούσε εδώ κι εκεί, σε έναν ξεχωριστό χωρόχρονο, με τη ψυχή του πότε να γελάει στη δική μας και πότε να την κάνει να δακρύζει. Έστω κωμικόδραμα, δεν ήταν μόνο αυτό, θα ήταν στεγνό, ψυχρό και μόνο και άχρωμο αν ήταν μόνο αυτό, ήταν η πίστη, η ψυχή και η εμβάθυνση του ηθοποιού, ως είχε κι ως αναλογούσε, σε αυτή την ιστορία.

Στην καθοδήγηση, την παρότρυνση και την κάθε ψηφιδωτή λεπτομέρεια, συνέβαλε τολμηρά και αποφασιστικά η συγγραφέας και, σε τούτη τη περίπτωση, σκηνοθέτις Άννα Χατζησοφιά, η γυναίκα που έχει αποδείξει την αριστοτεχνική ματιά της στα πράγματα, στο θέατρο, στα έργα λογοτεχνών, αυτή τη φορά παρέδωσε στον θεατή άλλο ένα άξιο αποτέλεσμα δουλειάς, συγκέντρωσης και κόπου. Ήταν εκείνη που έδωσε αληθοφάνεια σε όλα τα στοιχεία,  που μαζί με την ερμηνεία του Λιανού, κατέφθασαν μαζί έως το ολοκλήρωμα αυτού του θελκτικού μονόπρακτου. Δεν είδαμε κάτι ηπιότερο από εκείνη, είδαμε όμως κάτι πιότερο απ’ ό,τι φανταστήκαμε και αυτό ήταν εκτιμητικό.

Στον επίλογο, ύστερα από αυτή τη διαδρομή, ο ηθοποιός θα σταθεί εκεί απ’ όπου ξεκίνησε, στο κέντρο. Θα κοιτάξει τη μητέρα του, ως μητέρα θα κοιτάξει τον γιο της και όσο εκείνη θα τον κοιτά, εκείνος φτάνει στην ωριμότητα, κι όλα όσα κάποτε είχε βιώσει με τον πιο παθητικό, όμως,  αγνό τρόπο, τώρα, τα θυμάται και λέει και πνέει: «Φοβάσαι… φοβάσαι μη βρω κάποιο κορίτσι και το αγαπήσω πιότερο από εσένα, γι’ αυτό ήθελες να είμαι κορίτσι, όχι επειδή όντως το λαχταρούσες, αλλά αυτή είναι η αντίδραση σου ώστε να μη φύγω και το παιδί σου, εγώ, σε ξεχάσω, εμένα που με αγαπάς αδύνατον λιγότερο από τους άλλους. Μα… εγώ, μαμά, ο Γκυγιώμ σου, πάντα εσένα αγαπούσα».

“Γκυγιώμ, γλυκιά μου”
Συγγραφέας: Γκυγιώμ Γκαλέν
Σκηνοθέτης: Άννα Χατζησοφιά
Ηθοποιοί: Περικλής Λιανός
Μετάφραση: Δήμητρα Κονδυλάκη
Σκηνικά-κοστούμια: Έβελυν Σιούπη
Μουσική: Ιάκωβος Δρόσος
Παραγωγή: TheArtists
Μέχρι Πότε: 27 Φεβρουαρίου 2018
Τι ώρα: Κάθε Δευτέρα και Τρίτη στις 21:30
Γενική είσοδος: 10€
Μειωμένο εισιτήριο: 5€|άνεργοι| πολύτεκνοι| ατέλειες | AΜΕΑ Προπώληση viva 8€

Θέατρο Αλκμήνη
Αλκμήνης 8, Γκάζι, Αθήνα ,
Τηλ. 210-3428650

 

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here

Solve : *
29 + 19 =