Κάπως έτσι ξεκινούν όλα. Μια οντισιόν, μια αργοπορημένη «ατάλαντη θεατρίνα», ο ψυχρός, ρηχός σκηνοθέτης, που η ζωή του μοιάζει όσο ζοφερή είναι και η καριέρα του, αφοσιωμένος στο δεύτερο σκέλος, που από μόνο του υστερεί.

Στο παράδοξο του Πάολο Κοέλιο, δύο ανθρωποειδή της τέχνης θα συνταχθούν, σαν πόλοι που απωθούνται, σε μια θεατρική σκηνή.

Πόσα αγνοεί και πόσα αδημονεί να αποζητήσει ο άνθρωπος;  Είναι η τέχνη που ενώνει πνεύματα ή είναι εκείνα που, λόγω μιας ανεξήγητης θεϊκής, συμπαντικής παρέμβασης, ελκύσθηκαν; Δύο άνθρωποι όμοιου πλανήτη, δύο εντελώς ανόμοιων συμπάντων. Ο Στέλιος, ο σκηνοθέτης, ήρωας σκυθρωπός, άτονος και αυστηρώς, έως και εριστικά αγενής, είναι η φιγούρα εκείνου που επιβεβαιώνει πως όσο κι αν κάποιος επιθυμεί κάτι, με ανθρώπους τόσο δύσκολους να κερδίσεις την εύνοια και την συμπάθειά τους –μάλλον εμπάθεια εισπράττει κανείς- ούτε ο Κοέλιο, ούτε πλανήτες να εκτροχιαστούν από το σύμπαν δεν πρόκειται να τον μεταπείσουν ή να τον «μεταλλάξουν» σε ένα γλυκό άνθρωπο που ενδίδει και επαφίεται στον έρωτα και στην τρυφερότητα  – πικρά τα χείλη του σε κάθε αθυρόστομη λέξη. Όμως, η Άννα «φανατική»  αναγνώστρια του συγγραφέα Κοέλιο, εμμένει σε μια φράση του, με αυτή πορεύεται και αυτή είναι η αιτία για όσα επικρατούν, προκύπτουν στο σανίδι, στη ζωή της, για το μέλλον της, σε συμπτώσεις -όπως ο επιμελητής φώτων Θανάσης που τους κλειδώνει στο θέατρο- είναι τα λόγια εκείνα, από τα οποία πηγάζει και αναβλύζει το πείσμα και το θράσος-θάρρος της.

Υπάρχει η αίσθηση πως το έργο «γυρίζεται» τη στιγμή που οι θεατές βλέπουν ένα ετοιμοπαράδοτο σενάριο, το οποίο έχει δουλευτεί και έχει παραχθεί κάποιον καιρό πριν, κι εκεί βρίσκεται το ενδιαφέρον στην εξέλιξή της παράστασης. Η Άννα μπουκάρει φουριόζα στο θέατρο, με μια ενδυμασία η οποία κινεί το ενδιαφέρον, και παραπέμπει σε μια κωμική επίκληση, με ένα πουκάμισο φαρδύ ανδρικό, μαύρο καλσόν, ένα νυχτικό διχτυωτό από μέσα, αποκαλύπτοντας τους μηρούς της. Ο τρόπος που εισβάλλει στη σκηνή, που έχει καθυστερήσει, η εικόνα αυτή δεν εμπνέει σοβαρότητα και επαγγελματισμό, κατακτά την επικέντρωση του κοινού, που από την μεριά του δέχεται εύθυμα συναισθήματα, σε μια «ευτράπελη» υπερδιέγερση. Οι κινηματογραφικές εμβολές φανερώνουν τα πολυσύνθετα στοιχεία της παράστασης, η προέκταση και η ώθηση του έργου σε εικόνες που της παρακολουθείς, τραβηγμένες σα ταινία, μεταφέρουν το σενάριο σε μια ζωντανή  διάσταση επί σκηνής.

Φτάνεις στο σημείο όπου όλα επιδοκιμάζονται και μετέχεις με τον τρόπο σου στο έργο-παράσταση, πως είσαι ένας “ήρωας” που επιχειρεί να σμίξει αυτούς τους ανθρώπους, που βλέπει πόσο πολύ τυραννιούνται από τις ζωές τους – ο Στέλιος, με ένα διαζύγιο και μια ζωή βουτηγμένη στη μιζέρια, και η Άννα  με ανεκπλήρωτους έρωτες και μια καριέρα που ούτε που αναφαίνεται-, πιθανόν να μην ταιριάζουν οι ιδιοτροπίες τους, οι παραξενιές τους, οι ιδιοσυγκρασίες τους, όμως, ο Κοέλιο… «Αμάν πια αυτός ο Κοέλιο, παντού χώνει τη μύτη του»… και εδώ είναι που προκύπτει η ατάκα της Φιλίππας Ταμπάρη: «Τίποτα δεν έκανε ο Κοέλιο, εγώ, μόνη μου τα έκανα όλα…».

Ένα έργο που μας θυμίζει πως μέσα στον “λήθαργο” της ημέρας, μέσα από τις λύπες, τη θλίψη, τη απογοήτευση, την κατάθλιψη, την ηττοπάθεια και όλα τα συναισθήματα που συνεπάγονται στη δυστυχία, προεξέχει ένα κομμάτι του ανθρώπου που δεν μπορεί να κρυφτεί, να επισκιαστεί, όπως είναι το πάθος, ο έρωτας, ακόμη και το σεξ, το οποίο όπως αναφέρει ο Νίκος Γεωργάκης: «Είναι μονάχα τρεις λέξεις, υποδηλώνει το ζωώδες ένστικτο του ανθρώπου, τίποτε άλλο», κι όμως, ήταν εκείνος που αναίρεσε αυτή τη φράση, όταν τον κυρίευσε, τον πολιόρκησε η θελκτική ομορφιά, αλλά κυρίως η εσωτερική ιδιαιτερότητα της Άννας, η οποία όσο «φορτική» και «ενοχλητική» κι αν ήταν, τον έσυρε στο κλειδωμένο στέρνο της αγάπης, αυτής που μόνο εκείνη μπορούσε να προσφέρει.

Αυτό που πραγματικά εξάπτει την περιέργεια του θεατή είναι ο τρόπος προσέγγισης του έργου, που αν και δεν φέρνεται με ύπουλο τρόπο, είναι ίσως αρκετά αγνό, όσο δεν είναι η τέχνη που εκπροσωπούν, με την έννοια πως η Άννα, αρχικά, μοιάζει σαν να θέλει να παραπλανήσει τον Στέλιο για να αρπάξει τον ρόλο, όμως, στη συνέχεια, στο διαμέρισμά του, αν και του ζητά να ερμηνεύσει Λόρκα, Σαιξπηρ, κάποιον τραγικό ποιητή, δεν επισκοπεί να κερδίσει τη δουλειά αλλά την καρδιά του. Ένα αγνό παιχνίδι παλμών, του ανδρός πιο ήπιος, της γυναίκας πιο αναζωπυρωμένος.

Μια κωμωδία των Αλέξανδρου Ρήγα και Δημήτρη Αποστόλου που ανοικοδομεί ένα θέατρο κάτω από μια θεατρική στέγη. Ένα έργο, ανάμεσα σε εκείνα που έχουν γράψει, κυρίως κωμωδίες, που είναι κατασκευασμένο, «παρασκευασμένο» με έναν τρόπο ώστε το κλίμα να γίνεται εύφορο, οικείο, χαρούμενο. Με τη γραφή τους έδωσαν σε μια θεωρεία, σε μια φιλοσοφική διαπίστωση, το νόημα που απορρέει στον έρωτα, πως δεν φτάνει να θες κάτι πολύ, πως πρέπει να παλέψεις, ακόμη κι αν είναι, κι αν δεν είναι, έρωτας, ένα όνειρο, μια αγάπη, ένα ταξίδι. Διάλογοι με μια αντιλαβή, δίνοντας ισορροπία στους χαρακτήρες των ηρώων, μια ισότητα και μια αρμονία, με τις ενστάσεις του κωμικού βέβαια. Πολλά τα μηνύματα που προκύπτουν, σε αυτή τη παρωδία του έρωτα ενώ είναι βαθυστόχαστα κάποια αποσπάσματα.

Οι κόμβοι της σκηνής εναλλάσσονται ως προς τις εκφράσεις τους, τα συναισθήματα που βρίσκονται σε εξέλιξη: πάθος, οργή, φόβος στη μοναξιά, πόθος, έλκος, άλγος, εκείνα ταράσσουν, κλυδωνίζουν το μυαλό του ανθρώπου που παραλογίζεται. Είχε άραγε δίκιο ο Κοέλιο; Όλοι έχουν ανάγκη στο αναλγητικό του έρωτα, όλοι θέλουν να τους αγαπούν, κάποιοι αργούν να το παραδεχτούν, κάποιοι το γνωρίζουν και το κυνηγούν. Μα αυτό είναι το πρωτεύον θέμα: «Αν θέλεις κάτι πολύ…», το κυνηγάς! Δεν περιμένεις κανέναν να συνωμοτήσει, ούτε στέκεις άπραγος μέχρι κάποιος άλλος να αποφασίσει να κάνει το πρώτο βήμα, κάνε εσύ το άλμα, αυτό ίσως να θέλει να πει τούτο το έργο.

Στην ερμηνεία τον ηθοποιών Νίκου Γεωργάκη και Φιλίππα Ταμπάρη υπήρξε συνοχή, συντονισμός,  αναταράξεις , συναισθήματα που οι ίδιοι διέγειραν. «Επένδυσαν» στο έργο με έναν ορθό και άρτιο τρόπο, με ένα αποτέλεσμα που έδωσε τα μηνύματά του και έσπειρε χαρά, γέλιο, ευθυμία.

Μια κωμωδία που ήρθε να στεγάσει αυτό το αίσθημα που συνθέτει, από αρχαιοτάτων χρόνων, τον ψυχισμό του ανθρώπου με όμορφες επιρροές και αντηχήσεις για τη ζωή του.

Σκηνοθετικά δομημένο με την υπογραφή του Νίκου Γεωργάκη, κατείχε την ώθηση στις δύο πράξεις, όλο τούτο το δρώμενο είχε συστολή, χάρις εκείνον, σε κάθε του κίνηση και αντίδραση. Ο  κάθε ηθοποιός απέδωσε στον ρόλο του με τόνο ισορροπημένο και αρμοστό.

Σκηνικά που σε μεταφέρουν, πότε σε ένα θεατρικό σανίδι, πότε σε ένα διαμέρισμα. Τοποθετούνταν τα διάφορα αντικείμενα με τόση ταχύτητα, σχηματίζονταν με ευκολία και έδιναν την αίσθηση του χώρου, σχεδιασμένο από τον σκηνογράφο Παναγιώτη Λαλουδάκη.

Κι ας κλείσουμε με τον τρόπο που έπεσε η αυλαία, όχι με το φιλί, με τα λόγια της Φιλίππα: «Στον έρωτα δεν μετράει το ταξίδι, η Ιθάκη μετράει».

Τα σκηνικά είναι του Παναγιώτη Λαλουδάκη, την ενδυματολογία έχει ο Κλέων Φυσέκης, τους φωτισμούς ο Βασίλης Βαφειάδης.

Διάρκεια 70’ χωρίς διάλειμμα

Κάθε Δευτέρα & Τρίτη 19:45

Τιμές

Κανονικό 12€ – μειωμένο 9€  – Ατέλεια 4€

ΘΕΑΤΡΟ «OLVIO»

Φαλαισίας 7 |Αθήνα 118 55 |2103414118

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here

Solve : *
29 + 27 =