Ο Πάνος Γαβαλάς υπήρξε ένας από τους κορυφαίους λαϊκούς τραγουδιστές της μεταπολεμικής Ελλάδας. Και όταν λέμε κορυφαίους, εννοούμε ότι στέκεται μαζί με τον Καζαντζίδη και τον Μπιθικώτση στην κορυφή.

Ο δημοσιογράφος Δημήτρης Μανιάτης, ανέλαβε στις μέρες μας να γράψει ένα βιβλίο για αυτόν τον σπουδαίο τραγουδιστή και να τον παρουσιάσει στο νεώτερο κοινό, που, πιθανότατα, έχει ακούσει κάποιο ή κάποια από τα τραγούδια του τυχαία και επί της ουσίας τον αγνοεί. Για να το καταφέρει αυτό, μάζεψε μαρτυρίες από μουσικούς, τραγουδιστές,ακόμη και από γκαρσόνια που συνεργάστηκαν μαζί του, κυρίως, όμως, κουβέντιασε πολύ με τον Γιάννη Γαβαλά, τον γιο του τραγουδιστή.

Όπως γράφει ίδιος ο δημοσιογράφος “Για να γράψεις για τον πατέρα μου πρέπει πρώτα να τον σπουδάσεις. Κι αν σου βγει,να τον αγαπήσεις” Αυτή η φράση του Γιάννη Γαβαλά με στοίχειωσε από την αρχή της περιπέτειάς μου με την καταγραφή του βίου του μεγάλου βάρδου και δημιουργού Πάνου Γαβαλά. Και αφότου μου ανατέθηκε από τον ίδιο τον Γιάννη. Μία φράση που με κυνηγούσε σε κάθε βήμα μου, όσο αναζητούσα ψηφίδα ψηφίδα την πορεία του Πάνου Γαβαλά στο ελληνικό τραγούδι, όσο άπλωνα τον καμβά της κοινωνικής συνθήκης όπου έδρασε, δημιούργησε και έζησε”.

Και αυτό ακριβώς έκανε. Τοποθέτησε τον Πάνο Γαβαλά στο πλαίσιο της εποχής όπου έδρασε, στις συνθήκες που μπορεί να ίσχυαν τότε, αλλά όχι τώρα. Οι δυσκολίες που αντιμετώπισε, στο εγχείρημά του πιθανότατα πολλές, γιατί ο ίδιος ο τραγουδιστής, υπήρξε αυτό που λέμε “αντιστάρ” και έδωσε ελάχιστες συνεντεύξεις στη ζωή του. Άρα, το προφανές, ήταν να στηριχθεί στις μαρτυρίες ανθρώπων που τον γνώρισαν καλά. Και αυτό έκανε. Μέσα, λοιπόν, από την αφήγησή του, μαθαίνουμε για τα δύσκολα χρόνια του Πάνου Γαβαλά πριν γίνει “όνομα” στο τραγούδι.

Σε μια Ελλάδα πού μόλις βγήκε από έναν εμφύλιο πόλεμο και αφού είχε προηγηθεί η Γερμανική κατοχή. Γειτονιές της Αθήνας όπως ,η Γούβα και η Καισαριανή, που ζουν στη φτώχεια, αλλά με συντροφικότητα. Εκεί, δημιουργείται ένα “ήθος” που συντροφεύει τον τραγουδιστή σε όλη τη διάρκεια της πορείας του στο τραγούδι αλλά και της ζωής του. Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου παρελαύνουν εμβληματικές μορφές του λαϊκού μας τραγουδιού, όπως ο Στέλιος Καζαντζίδης και η Πόλυ Πάνου. Μαθαίνουμε για το πως λειτουργούσε η δισκογραφία στα χρόνια της δεκαετίας του ΄60, με μια πανίσχυρη Columbia με τον Τάκη Λαμπρόπουλο στο τιμόνι.Για την προσπάθεια ίδρυσης καινούργιων δισκογραφικών εταιρειών από τους ίδιους τους καλλιτέχνες για την αποφυγή της εκμετάλλευσης τους από την πολυεθνική Columbia.

3241f654-e3ef-4c56-8d85-522569bd5df2_8

Πρώτα η “Bεντέτα” ,με ιδρυτές τον Πάνο Γαβαλά και την Πόλυ Πάνου, μετά η “Sonora” που συνέχισε μόνος του ο Γαβαλάς. Τα νυχτερινά μαγαζιά και η μετεξέλιξή τους, από λαϊκές ταβέρνες σε κέντρα πολυτελείας, όσο φτάνουμε στην δεκαετία του ΄70. Και στο επίκεντρο όλων αυτών, ο “τραγουδιστής με τη βελούδινη φωνή” που αρνείται να συμβιβαστεί και να πάει με τον αέρα της καινούργιας εποχής, μένοντας πιστός στα προσωπικά του “πιστεύω”. Λείπουν βιβλία σαν κι αυτό, γραμμένα από ανθρώπους με γνώση για το λαϊκό τραγούδι και τους ανθρώπους που το υπηρέτησαν.

Και όσο η εποχή που έδρασαν απομακρύνεται, τόσο θαμπώνει το τοπίο εκείνης της εποχής, με την έννοια ότι παύουν να υπάρχουν οι αυτόπτες μάρτυρες. Και ο Δημήτρης Μανιάτης αυτό ακριβώς κάνει. Βρήκε τους αυτόπτες μάρτυρες πού έζησαν όχι μόνο παράλληλα, αλλά δίπλα στον Πάνο Γαβαλά. Από την θρυλική Ρία Κούρτη, την μόνιμη παρτενέρ του Πάνου Γαβαλά, μέχρι τους μπουζουξήδες που τον συνόδευσαν σε αυτή την μακριά πορεία στα νυχτερινά κέντρα. “Ο Πάνος Γαβαλάς έχει τις επιρροές του”, γράφει ο συγγραφέας”. Τον Σταύρο Τζουανάκο και τον Απόστολο Χατζηχρήστο. Και, βέβαια, τον Νίκο Γούναρη, που τον παραδέχεται πολύ ως λαϊκό τραγουδιστή. Και, όπως μεταφέρει ο γιος του, Γιάννης Γαβαλάς. “Το λαϊκό τραγούδι δεν έχει σημαίες.

Είναι για όλο τον κόσμο και όποιον αγγίζει. Και δεν έχει χρώμα και σημαία”. Η πολιτικοποίηση του Πάνου Γαβαλά έχει κάτι από μια αταξινόμητη στάση αλλά και μιά βαθιά ρίζα στα παιδικά και νεανικά του χρόνια στην Καισαριανή και στο εαμικό κίνημα. Δεν έχει τίποτε από κομματική στράτευση, αλλά δεν είναι και ένας ουδέτερος και ανώφελος μετεωρισμός πάνω από την κάθε φορά πολιτική ηγεμονία. Ο Γαβαλάς είναι σοβαρός και στα πολιτικά του πιστεύω, που ποτέ δεν τα κρύβει, αλλά και δεν τα πουλάει. “Το λαϊκό είναι το πώς θα κάνεις ένα τραγούδι να ευχαριστηθεί ο λαός. Ασχέτως αν είναι δεξιός, αριστερός, ουδέτερος και τράβα κορδόνι. Δηλαδή,τί; Γράφουμε τώρα ένα λαϊκό τραγούδι για τους αριστερούς, τώρα ένα για τους δεξιούς και τώρα για τους κεντρώους; Δεν έχει σημασία. Εμάς μας ενδιαφέρει να γράφουμε, να αρέσει σε όλους. Δεν μας ενδιαφέρει το πολιτικό πάνω στο λαϊκό τραγούδι”, θα πει ο Γαβαλάς σε μεταγενέστερη συνέντευξή του στο περιοδικό “Μουσική” τον Μάρτιο του 1982.

Τελειώνοντας, να αναφέρω την αναλυτική δισκογραφία του τραγουδιστή που συγκέντρωσε ο Δημήτρης Μανιάτης, 637 ηχογραφημένα τραγούδια είναι η “προίκα” που μας άφησε ο Πάνος Γαβαλάς. Και ανάμεσά τους κάποια αριστουργήματα που έχουν περάσει στο ομαδικό μας υποσυνείδητο. Να αναφέρω μερικά: “Οι γλάροι”, “Κάθε λιμάνι και καημός”, “Μακριά μου να φύγεις”, “Γλυκέ μου τύραννε”.Το μόνο σίγουρο είναι ότι κάποια στιγμή της ζωής μας τα έχουμε τραγουδήσει.

Και μην ξεχνάτε κάντε like στη σελίδα μας στο facebook
και να μαθαίνετε όλα τα νέα και ακολουθείστε μας στο instagram 

Διαβάστε ακόμη:

Η σπουδαία Ζωρζ Σαρή έφυγε σαν σήμερα

Μίκης Θεοδωράκης: Πανάξιος εστί